Τρίτη, 18 Μαρτίου 2008

Καλή επιτυχία Νίκο Ντακάκη!






Νέα αποσπάσματα του βιβλίου

Η αδελφότης των στεναγμών


Σελ 24
«Μήπως ξέρετε την αιτία του αλκοολισμού της; Η μητέρα σας ξέρετε, δεν είναι τυπικό δείγμα αλκοολικού. Μάλλον βοήθεια ψάχνει στο ποτό. Κάτι την έχει συνταράξει, κάτι που την απασχολεί και την κάνει ν’ αντιδρά μ’ αυτόν τον τρόπο. Θα σας παρακαλούσα να μου αποκαλύψετε ό,τι γνωρίζετε πάνω σ’ αυτό το θέμα».
«Γιατρέ μου, ειλικρινά δεν ξέρω. Σίγουρα μετά το ’50, τότε που εγώ ήμουνα παιδί περίπου δώδεκα χρονών, άρχισε να πίνει και να μεθά. Πιο αραιά στην αρχή, συχνότερα μετά, μέχρι που φτάσαμε σ’ αυτή την κατάσταση».
«Μου κάνει εντύπωση που δεν ανοίγεται και δεν μιλά. Έχει αφεθεί εντελώς στο ποτό κι έχει κλειστεί στον εαυτό της. Όταν είναι ήρεμη, χαμογελά και μιλά με τους ηλικιωμένους και το προσωπικό. Συζητά για διάφορα θέματα, ποτέ όμως για τον εαυτό της. Τότε που έπεσε σε κώμα, συζήτησα το θέμα με όλους τους τροφίμους και το προσωπικό. Τους εξήγησα τη σοβαρότητα της κατάστασής της και το πόσο σημαντικό είναι να μάθουμε τι της συμβαίνει. Τους παρακάλεσα όλους να είναι ιδιαίτερα φιλικοί και ευγενικοί απέναντί της. Να προσπαθούν να ανοίγουν συζητήσεις μαζί της και να μου μεταφέρουν όλα όσα λέγονται. Δυστυχώς, δεν προέκυψε τίποτα. Α, για να σας ρωτήσω και κάτι άλλο. Μήπως ξέρετε ποιος είναι ο Αντώνης και ποια η Αμαλία;»
Ο Νίκος έμεινε για λίγο σκεφτικός.
«Όχι, γιατρέ, σίγουρα όχι. Δεν είχαμε στην οικογένειά μας ποτέ, κανέναν Αντώνη. Όσο για Αμαλία, ναι. Αμαλία έλεγαν τη μητέρα της, τη γιαγιά μου. Αυτή όμως έχει πεθάνει εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Αλλά γιατί με ρωτάτε αυτά τα ονόματα;»
«Ίσως εκεί να βρίσκεται το κλειδί της υπόθεσής μας. Όταν είναι σε κατάσταση ευθυμίας καλεί κάποιον Αντώνη. Συνομιλεί μαζί του, τον αγαπά, τον νοσταλγεί, τον μαλώνει. Αντίθετα, όταν είναι σε κρίση μελαγχολίας, κλαίει και ζητά κάποιαν Αμαλία. Τη νταντεύει σαν να είναι μωρό, της τραγουδά και μετά της κάνει παράπονα που δεν έρχεται να τη δει».
«Την αδελφή μου, πάντως, τη λένε Αντιγόνη. Ίσως να μπερδεύει τα ονόματα. Στο τέλος του μήνα θα τη στείλω να την επισκεφτεί».
«Κάντε το. Ίσως αυτό μας βοηθήσει. Εντάξει, θα την κρατήσω προσωρινά. Θα αναγκαστώ βέβαια να τροποποιήσω την αγωγή και να της δίνω λίγο ποτό για να την κρατήσουμε σε κάποια ισορροπία. Διαφορετικά, πολύ φοβάμαι ότι θα έχουμε πρόβλημα».
«Ευχαριστώ πολύ, γιατρέ».
Από τότε ο Ιάσων Ηλιάδης έδωσε εντολή να της δίνουν δυο ποτήρια κρασί τη μέρα. Ένα σε κάθε γεύμα. Έτσι ηρέμησε η Κατερίνα. Δεν ηρέμησε βέβαια με τα δυο ποτηράκια το κρασί, αλλά με το ποτό γενικότερα. Τώρα της ήταν πιο εύκολο να βρει ποτό, αφού χαλάρωσαν τα μέτρα ασφαλείας. Έπινε πια ό,τι έβρισκε κι όσο έβρισκε. Ξαναγύρισε το γέλιο στα χείλη της και το τραγούδι στο στόμα της. Όμως αυτό δεν έμεινε χωρίς επιπτώσεις. Το ’75, έπαθε ένα μικρό εγκεφαλικό. Ήταν όμως νέα, μόλις πενήντα πέντε χρονών, ιδιαίτερα δυνατός οργανισμός κι έτσι το ξεπέρασε εύκολα. Μόνο που από κει κι έπειτα, σπάνια μπορούσε να συζητήσει κανείς λογικά μαζί της.
Βρισκόταν στον κόσμο της. Ίσως ήταν η διέξοδός της, ίσως αυτό να επιζητούσε κι η ίδια, γιατί τώρα πια συζητούσε μόνη της. Γελούσε κι έκλαιγε χωρίς κρίσεις κι υστερίες. Τις περισσότερες ώρες τραγουδούσε. Είχε μια πολύ γλυκιά φωνή, παρά τη βραχνάδα της, που χαιρόταν όλοι να την ακούνε. Μόλις έπιανε το τραγούδι, μαζεύονταν δίπλα της και την άκουγαν. Ό,τι τραγούδι της παλιάς Αθήνας και να της ζητούσαν, το ήξερε. Μια φορά κιόλας, τους ζήτησε ένα μαντολίνο. Δεν μπόρεσαν να της βρουν. Στην αρχή έδειξε πως στενοχωρήθηκε, γρήγορα όμως ξαναβρήκε το κέφι της κι άρχισε πάλι το τραγούδι. Μετά από λίγο, το ξέχασε εντελώς.



Σελ44

«Και πού είναι δηλαδή εμένα η μαμά μου τώρα;» την ξαναρώτησε.
Ανασηκώθηκε η Ευτυχία και του ’δειξε τον ουρανό. Μόλις είχε προβάλει ο ήλιος από ένα συννεφάκι, άσπρο και διάφανο, που τον έκρυβε μέχρι εκείνη την ώρα.
«Εκεί πάνω».
«Πού, στο σύννεφο;»
«Ναι, αγόρι μου. Σ’ αυτό το μικρό συννεφάκι. Είναι εκεί πάνω. Κάθεται σε βλέπει και σε καμαρώνει».
Ο μικρός γύρισε προς το σύννεφο θυμωμένος.
«Κατέβα γρήγορα από κει πάνω, ακούς;» φώναξε μ’ όλη του τη δύναμη. Γούρλωσαν τα μάτια του, κοκκίνισε το προσωπάκι του, πετάχτηκαν οι φλέβες στον αδύναμο λαιμό του.
Η Ευτυχία τα ’χασε μ’ αυτή του την αντίδραση. Κόντευαν να την πάρουν τα κλάματα. Το πήρε κοντά της.
«Άκουσέ με, Κωστάκη μου», του είπε στοργικά. «Η μαμά σου ήταν πολύ καλή. Γι’ αυτό τη διάλεξε ο καλός Θεούλης και την πήρε μαζί του. Ήθελε να τον βοηθά και να επιβλέπουν μαζί όλα τα παιδάκια του κόσμου. Αγαπούν τα καλά παιδάκια, όπως είσαι εσύ και προσπαθούν να βάλουν μυαλό στ’ άτακτα».
«Να τα δείρουν».
«Δεν χρειάζεται να τα δείρουν. Να τους μάθουν πρέπει να γίνουν κι αυτά καλά παιδιά σαν κι εσένα».
«Κι εμένα δηλαδή, δεν θα ξανάρθει ποτέ η μαμά μου;»
«Δεν μπορεί τώρα πια. Αλλά στη θέση της άφησε εμένα που σ’ αγαπώ και σε φροντίζω. Αλλά πες μου αλήθεια, πώς σου ήρθε και τα ρωτάς αυτά;»
«Χτες το βράδυ που κάναμε βόλτα με τον μπαμπά, συναντήσαμε έναν κύριο. Δεν τον γνωρίζω εγώ αυτόν. Κουβέντιαζαν με τον μπαμπά και σε μια στιγμή τον ρώτησε: “Αυτός είναι ο Κωστής;” “Αυτός είναι. Είδες πώς μεγάλωσε!” “Να ευχαριστείς τον Θεό, Στέφανε, που σου έστειλε την Ευτυχία. Αυτή τον προσέχει καλύτερα κι από μάνα του”».
«Είδες που σου έλεγα πως δεν σε ξέχασε ο καλός Θεούλης;»
«Κι εγώ, δηλαδή, ποια πρέπει να λέω τώρα μάνα; Πειράζει να σε λέω εσένα;»
Το ’σφιξε ξανά στην αγκαλιά της.
«Και βέβαια όχι, αγόρι μου. Εμένα να λες μάνα».
Ο μικρός ξέφυγε απότομα από την αγκαλιά της. Ύψωσε το σωματάκι του, πήρε το σοβαρό του ύφος και της δήλωσε επίσημα.
«Εγώ είμαι ο πιο τυχερός. Έχω και τη μαμά μου, που με βλέπει από τον ουρανό κι έχω και σένα που είσαι θεία μου και σε λέω μαμά».
«Μπράβο, Κώστα μου, μπράβο, παιδί μου. Έτσι είναι κι εσύ είσαι πολύ έξυπνος και το καταλαβαίνεις».


ΣΕλ.295
Το μυστήριο πλησίαζε στο τέλος του. Η Μητρόπολη ήταν ασφυκτικά γεμάτη από καλεσμένους. Ο Κώστας τέντωνε το μικροκαμωμένο του κορμί για να συγκρατήσει τα στέφανα στο κεφάλι των νεόνυμφων και να συγχρονιστεί με τον επίσης ψηλό, δεύτερο κουμπάρο. Όλη η επισημότητα στο απόγειό της. Η εκκλησία πνιγμένη στα λουλούδια, οι μεγάλοι πολυέλαιοι αναμμένοι και το μυστήριο το τελούσε ο ίδιος ο Δεσπότης. Κι όλα αυτά γιατί οι νεόνυμφοι δεν ήταν όποιοι κι όποιοι. Ο Αντώνης ο Κουταλάς, ο μεγαλύτερος έμπορος κι ο πλουσιότερος άνθρωπος της Χώρας, παντρευόταν την Αφροδίτη, την κόρη του Μάρκου Χωρατάκη, του λαδέμπορα και γενικού πράκτορα της ακτοπλοΐας στη Χώρα.
Γι’ αυτό ήταν τόσο ασφυκτικά γεμάτη η Μητρόπολη, η γύρω πλατεία και οι δρόμοι μέχρι μέσα τα στενά. Δεν γινόντουσαν τέτοιοι γάμοι κάθε μέρα κι εκτός από τους επίσημους προσκεκλημένους, που δεν ήταν δα και λίγοι, είχαν μαζευτεί κι ένα σωρό περίεργοι. Ήθελαν να παρακολουθήσουν τον γάμο και να ’χουν μετά να σχολιάζουν.
Πραγματικά η τελετή ήταν μεγαλόπρεπη. Είχαν φέρει από τα Χανιά και μια ειδικά στολισμένη άμαξα για να παραλάβει μετά τους νεόνυμφους. Θα τους έκανε τον γύρο της Χώρας και θα κατέληγαν στ’ Αρχοντικό για το μεγάλο γλέντι. Την κατάνυξη της στιγμής ήρθε και διέκοψε εκείνη η μεθυσμένη γυναίκα. Είχε καταφέρει να μπει στην εκκλησία και σπρώχνοντας, βρίζοντας ή παρακαλώντας, είχε φτάσει κοντά στο ζευγάρι την ώρα που χόρευαν τον χορό του Ησαΐα. «Παντρεύονται κι οι άτιμοι;» φώναξε με όση δύναμη είχε μόλις βρέθηκε δίπλα τους. «Και σένα γι’ αυτό σε κάνανε Δεσπότη; Για να παντρεύεις το κάθε ρεμάλι;» συνέχισε. «Φτου σας, κερατάδες!»
Παγωμάρα έπεσε προς στιγμήν στην εκκλησία. Σταμάτησαν οι παπάδες την ψαλμωδία, κοίταξε δεξιά κι αριστερά αμήχανος ο Δεσπότης κι ύστερα με βιαστικές κινήσεις χώθηκε στο ιερό.
Την απόλυτη σιγή ήρθε και διέκοψε το δυνατό χαστούκι που άστραψε ο Μάρκος Χωρατάκης στο μάγουλο της Κατερίνας. Κι αμέσως μετά φώναξε αγριεμένος στους δικούς του.
«Τι κάθεστε και χαζεύετε, μωρέ; Πετάξτε την έξω. Δεν την βλέπετε πως είναι μεθυσμένη; Ποιος την άφησε και μπήκε μέσα;»
Βούτηξαν την άτυχη Κατερίνα και σηκωτή την έβγαλαν έξω. Αυτή τους είχε παραδοθεί. Ούτε αντιστεκόταν, ούτε φώναζε. Μόνο έκλαιγε και κάπου κάπου πετούσε ένα «φτου σας!» Μόλις επικράτησε ξανά ηρεμία, συνέχισαν οι παπάδες την ψαλμωδία και ξανάρχισε ο χορός του Ησαΐα από το σημείο που είχε σταματήσει.
Όλη η Χώρα τη σχολίαζε την Κατερίνα. Αυτό που έκανε δεν το χωρούσε ανθρώπου νους. Είχε υπερβεί κατά πολύ την ανεκτικότητα και τη συμπάθεια ολόκληρης της πόλης προς το πρόσωπό της. Χωρίς να προκληθεί, χωρίς λόγο και αιτία δηλαδή, μέθυσε και πήγε να χαλάσει τον πιο μεγαλόπρεπο γάμο που είχε γίνει τα τελευταία χρόνια στη Χώρα. Δεν μπορούσαν να το χωνέψουν κι ούτε μπορούσαν να καταλάβουν τι της είχε συμβεί έτσι στα ξαφνικά κι είχε καταντήσει αλκοολική. Δεν μπορούσαν εύκολα να ξεχάσουν αυτή την ιδιαίτερα όμορφη, αεράτη και δυναμική γυναίκα, που γνώρισαν κάποτε. Πρόσχαρη, αρχοντική, με το γέλιο πάντα στα χείλη, χαιρόντουσαν και να τη βλέπουν και να την ακούν. Και τώρα την έβλεπαν πώς είχε καταντήσει και τη λυπόντουσαν. Απ’ αυτό το σημείο όμως, μέχρι να χαλά τα μυστήρια και να παρενοχλεί τους ανθρώπους -και ποιους ανθρώπους- πήγαινε πολύ.
***
Από τη μέρα που την είχε ξαναδιώξει ο Αντώνης, μόνο μεθυσμένη μπορούσε να τη βρει κανείς την Κατερίνα. Αυτή είχε βρει παρηγοριά στη ρακή. Τώρα πια έπινε συνέχεια. Ξεκινούσε από νωρίς το πρωί. Όταν γινόταν τύφλα στο μεθύσι, παρατούσε ανοικτό το περίπτερο κι έπιανε τους δρόμους τραγουδώντας. Πότε πότε οδηγούσε τα μεθυσμένα βήματά της κι έφτανε μέχρι το μαγαζί του Αντώνη.
Αυτός κι αν ήταν που δεν μπορούσε να βρει ησυχία. Άλλες φορές έτρεχε να κρυφτεί μόλις την έβλεπε, κι άλλες, όταν θεωρούσε πως προλάβαινε, έμπαινε στ’ αυτοκίνητο του κι εξαφανιζόταν.
Καθόταν τότε η Κατερίνα με τις ώρες στα σκαλιά του μαγαζιού και πότε φώναζε τον Αντώνη και πότε έκλαιγε σπαρακτικά, μέχρι ν’ απελπιστούν οι εργάτες και ν’ αναγκαστούν να τη διώξουν. Κανείς τους δεν μπορούσε να καταλάβει τι της συνέβαινε. Τι κοινό μπορεί να είχε αυτή η γυναίκα με το αφεντικό τους και γιατί τον κυνηγούσε μ’ αυτόν τον τρόπο; Τον είχαν ρωτήσει κάνα δυο φορές.
«Ξέρω ’γω; Είναι τρελή», τους είχε απαντήσει. Αδιάφορος το ’παιζε κι ενοχλημένος.
Αυτή η γυναίκα μπορεί να ήταν και άρρωστη, μπορεί να είχε ανάγκη. Τη λυπόντουσαν, αλλά δεν την άντεχαν και την έδιωχναν στο τέλος.
«Δεν πρόκειται να γλιτώσω απ’ αυτήν», σκεφτόταν ο Αντώνης. Η Κατερίνα ήταν ολοφάνερο πως είχε τρελαθεί κι είχε ακολουθήσει τον εύκολο δρόμο. Της άρεσε να παριστάνει το θύμα και να του δημιουργεί συνεχώς προβλήματα. Σε χλωρό κλαδί δεν τον άφηνε. Κάτι έπρεπε να κάνει. Αργά ή γρήγορα η Κατερίνα, στην κατάσταση που ήταν, θ’ άρχιζε να μιλά. Και τότε, όλοι αυτοί που τώρα τον καταλάβαιναν και τον συμπονούσαν, θα στρεφόταν εναντίον του.
***
Σηκωτή την έβγαλαν έξω από την εκκλησία την Κατερίνα. Και το χειρότερο, την έπιασε κι η αστυνομία. Την έκλεισαν στο κρατητήριο και την άφησαν εκεί μέχρι να ξεμεθύσει. Κατόπιν την πήγαν στον διοικητή. Εκεί βρήκε να την περιμένει ο αδελφός της ο Θανάσης. Τον είχαν ειδοποιήσει και πήγε να τη συναντήσει.
«Αφού δεν υπεβλήθη μήνυσις, μπορείτε να φύγετε», τους είπε ο διοικητής κι απευθυνόμενος στην Κατερίνα: «Εσύ φρόντισε να κόψεις το ποτό και να μην ενοχλείς τον κόσμο», της είπε αυστηρά.