Κυριακή, 2 Μαρτίου 2008

Όπως τ' Όνειρο ΝΙΚΟΣ ΝΤΑΚΑΚΗΣ



Όπως τ' Όνειρο
ΝΙΚΟΣ ΝΤΑΚΑΚΗΣ
Ρέθυμνο 2005
*
Σελ 88-89
Αχ, ο Βέρωνας! Ήθελε να τα καταφέρει να ξαναπάει, πριν κλείσει τα μάτια του. Ν’ ανεβεί στ’ Αρμί ψηλά και να γεμίσει τα πνευμόνια του κρύο Βερωνιανό αέρα. Να τελειώσει πρώτα η Κατοχή. Άραγε, θα προλάβει; Και γιατί να μην προλάβει; Αυτός ήτανε γερός. Και τούτος ο ανήφορος, κατήφορο θα φέρει, του άρεσε να λέει κι έπαιρνε κουράγιο.
Τόση ώρα του μίλαγε ο Παντελής και δεν τον άκουγε. Στο τέλος χρειάστηκε να τον σκουντήσει.
-Πρέπει να ‘ρθεις στο χωριό, του είπε. Η μάνα μου δεν είναι καλά.
Απότομα σκοτείνιασε ο ουρανός. Τα πόδια του δεν τον κρατάγανε. Άδειασε σαν το σακί πάνω στο χώμα. Πού να τον συγκρατήσει ο Παντελής! Μια στιγμή ήτανε μόνο. Μόνο μια στιγμή κι ύστερα σηκώθηκε. Τίναξε από τη βράκα του τη σκόνη, την τίναξε κι από τα στιβάνια του. Περπάτησε μέχρι την άκρη του αμπελιού. Εκεί κάτω από την κορομηλιά, είχε φτιάξει με πέτρες, ένα πεζούλι για να κάθεται. Ακούμπησε στο πεζούλι. Με τη δεξιά του παλάμη έπιασε τα γένια του, σα για να τα ισιώσει. Έφερε τα χέρια του στο κεφάλι. Έλυσε το μαύρο κρουσωτό μαντήλι, το τίναξε καλά, σκέπασε τα μαλλιά του και το ξανάδεσε. Κατεβήκανε χαμηλά τα κρόσσια, σχεδόν μέχρι τα μάτια του.
-Πρέπει να πάμε στο χωριό του ξανάπε ο Παντελής, η μάνα δεν είναι καλά.
-Αχ, βρε Πολυτίμη μου γιατί τώρα; Αναστέναξε βαθιά μέσα από τα φυλλοκάρδια του. Αυτός ήξερε. Η Πολυτίμη του είχε πεθάνει. Πέθανε αυτή και μαζί της πέθανε κι ο Βερωνιανός. Μπορεί να ζούσε ακόμη το κορμί του, μα είχε πεθάνει η ψυχή του, το είναι του κι είχε χάσει το κουράγιο του. Γύρισε και τον κοίταξε.
-Πέθανε ήσυχα; τον ρώτησε.
-Μόλις σηκωθήκαμε από το τραπέζι. Eίχε βράσει βρούβες. Έβαλε στο τηγάνι μιαν κούπα νερό δυο κουταλιές αλεύρι, λίγο λάδι και λίγο αλάτι. Έφτιαξε χυλό και περίχυσε τις βρούβες. Έφαγε λίγο και με περίμενε καθιστή μέχρι ν’ αποφάω. Εκείνη την ώρα, άνοιξε η πόρτα και μπήκε η Βαγγελιά μας. Κρατούσε στην ποδιά δυο τρεις χούφτες στάρι κι ένα ρόδι. Τα ‘θελε η μάνα. Ήθελε, λέει, να βράσει ένα πιάτο κόλλυβα το Ψυχοπάρασχο. Σηκώθηκε να την υποδεχτεί και κάθισε πάλι στην καρέκλα.
-Βάλε μου παιδί μου, Βαγγελιώ μου να ‘χεις την ευχή μου, ένα ποτήρι νερό, να το πιω και να πεθάνω της είπε.
-Τι είναι αυτά που λες, μάνα μεσημεριάτικα;
Πραγματικά ήπιε το νερό, έγειρε και πέθανε.


Σελ. 106-107
-Πούλα το, μου λέει. Πούλα το κοπάδι, αγόρασε κάτι και μείνε εδώ. Το χωριό είναι καλό. Ήσυχοι άνθρωποι, απλοί οικογενειάρχες. Δεν έχει φασαρίες. Φτωχοί είναι, μα πρώτοι στο γλέντι. Με το παραμικρό στήνουνε γλέντια και πανηγύρια. Σε κάθε εορτή, από κάθε σπίτι περνάει όλο το χωριό. Ξένοι και συγγενείς. Έχουνε δεν έχουνε. Καλαμπούρι και καλή καρδιά. Κανείς τους δε σκάει επειδή είναι φτωχός. Ξέρω εγώ. Έχω έρθει πολλές φορές. Να, προχτές, μπήκαμε σ’ ένα σπίτι.
-Εδώ ‘στε χωριανοί; τους φώναξε απ’ έξω ο Σπύρος.
-Κοπιάστε, μας υποδέχεται ο άνθρωπος, Αντώνη, νομίζω τον λέγανε.
-Κοπιάστε, μας λέει ορεξάτα κι η γυναίκα του.
-Καθόμαστε που λες στην κουζίνα, στο τραπέζι, μπήκε η γυναίκα παραμέσα κι ετοίμαζε για να μας κεράσει. Τίποτα δεν είχε. Αλήθεια σου λέω, αδελφέ, τίποτα δεν είχε. Έφερε το δίσκο με δυο ποτήρια νερό, τρία ποτηράκια της ρακής κι ένα μπουκάλι με ρακή. Έτσι νομίζαμε. Γέμισε ο Αντώνης τα ποτηράκια της ρακής, υγείαν έχετε λέει και το κατεβάζει. Πίνομε κι εμείς και καταλαβαίνομε πως είναι νερό. Δεν είχε ρακή, έβαλε νερό στο μπουκάλι και το έφερε. Το ήπιαμε και δεν είπαμε τίποτα. Αδειάζαμε τα ποτηράκια, τα ξαναγέμιζε ο Αντώνης, καλώς ήρθατε στο φτωχικό μου έλεγε και πιάσαμε την κουβέντα. Με καλαμπούρια κι ιστορίες από το χωριό, πέρασε η ώρα. Μεθύσαμε με το νερό. Καλύτερο μεθύσι δεν έχω ξανακάνει. Γι αυτό σου λέω. Πούλα το το κοπάδι να πάει στο καλό και κάθισε εδώ να ριζώσεις. Θα μεγαλώσουνε ήσυχα τα παιδιά. Καλά θα περάσετε.
Πήρα να μαλακώνω. Δε βαριέσαι σκέφτηκα, θα το πουλήσω. Μόνο ένα πράμα δεν καταλάβαινα. Πλούσιος τόπος. Όπου και να κοίταζες, έβλεπες λιόφυτα, αμπέλια, περβόλια και χωράφια. Παχύ το χώμα και πουθενά πέτρα. Μικρό το χωριό, όλοι σα βασιλιάδες θα έπρεπε να ζούνε.
*
Σελ. 109-110
-Η λεπίδα όμως θέλει άλλαγμα, μου είπε ο πατέρας του Σπύρου.
Τον κοίταξα απορημένος.
-Η λεπίδα, στη σκεπή και μου ‘δειξε την οροφή.
Πάλι δεν κατάλαβα. Ανεβήκαμε στη σκεπή. Ήταν χωμάτινη. Όλες οι σκεπές στο χωριό έτσι ήτανε, μου εξήγησε. Μόνο τρεις τέσσερις, ήτανε κανονικές με κεραμίδια. Δεν είχα ξαναδεί κάτι τέτοιο.
-Μην ανησυχείς, συνέχισε. Συνεννοήθηκα με το Σπύρο και το Σήφη. Το Σαββατοκύριακο θα μας βοηθήσουνε και θα βγάλομε το παλιό χώμα.
Πράγματι το βγάλαμε. Το βάζαμε σε σακιά και το πετούσαμε έξω από το χωριό. Το βγάλαμε όλο και φανήκανε τα δοκάρια κι οι τάβλες. Τα χτύπησε όλα, ένα-ένα μ’ ένα σφυρί και τσεκάρισε πως ήτανε γερά.
-Πρώτα όμως πρέπει να μαζέψομε φύκια.
-Άλλο τούτο πάλι. Να μαζέψομε τι;
-Φύκια, φύκια της θάλασσας.
Μαζεύαμε φύκια, τα βάζαμε σε τσουβάλια και τα πηγαίναμε στο χωριό. Τα πλύναμε με γλυκό νερό, για να φύγει τ’ αλάτι, τ’ αφήσαμε να στεγνώσουνε και τα στρώσαμε πάνω στις τάβλες της οροφής, για να ‘ρθει να δέσει και να μην πέφτει το χώμα μέσα στο σπίτι.
-Και τώρα πρέπει να πάμε για λεπίδα. Θα σε πάω την πρώτη φορά, για να μάθεις το δρόμο, να σε βοηθήσω κιόλας.
Πήρα τα γαϊδουράκια μου, τη Χάιδω και την Ασέ, πήρε κι αυτός το δικό του και κατηφορίσαμε προς τον κάμπο. Τραβήξαμε ανατολικά έξι-εφτά χιλιόμετρα και φτάσαμε στο Ματζιμά, εκεί που είχε καλή λεπίδα. Γεμίσαμε τα τσουβάλια, φορτώσαμε τα ζώα και πάλι πίσω.
-Εδώ έχει την καλύτερη λεπίδα, μου έλεγε στο δρόμο. Είναι καθαρή. Άμα στρώσομε τη στέγη, θα την πατήσομε καλά, για να έρθει να καθίσει παντού. Δε χρειάζεται τίποτα άλλο. Μόνο το φθινόπωρο, άμα αρχίσουν οι βροχές, θα την αλατίσεις καλά.
Νόμιζα πως με κορόιδευε.
-Έτσι γίνεται, μου λέει. Πετάμε μπόλικο αλάτι, λιώνει αυτό με το νερό και δεν αφήνει να φυτρώσουνε χόρτα. Για να μαθαίνεις σου τα λέω αυτά. Άμα φυτρώσουνε χόρτα, πάει και τελείωσε. Θα μπαίνει μετά το νερό μέσα στο σπίτι. Μη νοιάζεσαι όμως, όταν θα έρθει εκείνη η ώρα, θα σου δείξω.
-Και πού το βρίσκετε τόσο αλάτι; τον ρώτησα
-Ας είναι καλά η θάλασσα. Το καλοκαίρι κατεβαίνομε και γεμίζομε τ’ ασκιά θαλασσόνερο. Το βάζομε σε μεγάλες πήλινες λεκάνες και τ’ αφήνομε στον ήλιο. Εξατμίζεται το νερό και παίρνομε τ’ αλάτι. Μα κάθε δουλειά έχει τη σειρά της. Και τώρα πρέπει να κουβαλήσεις τη λεπίδα πρώτα.
*
Σελ. 119
Ρώτησε πού είναι και του δείξανε τα ουρητήρια του Δήμου. Κάνει την ανάγκη του και φεύγει ξαλαφρωμένος.
-Ε, κουμπάρε, του φώναξε η γυναίκα που καθάριζε τα ουρητήρια.
-Μια δεκάρα, του λέει.
-Τι;; ρωτάει με τα μάτια πεταγμένα έξω από την απορία.
-Μια δεκάρα για το χέσιμο.
-Κι η κοπριά; της απαντάει αυτός. Ξέρεις πόση έκανα;
-Τρελάθηκε η γυναίκα κι έβαλε τις φωνές. Μαζεύτηκε κόσμος, ντράπηκε ο Νακογιώργης, τέτοιος νοικοκύρης και να τον προσβάλουνε για μια δεκάρα, τραβά το πουγκί του, που ήτανε τίγκα λίρες και πεντόλιρα. Ξεχωρίζει μια δεκάρα και της τη δίνει. Δεν μπορούσε να το χωρέσει ο νους του. Να τον βάλουνε να πληρώσει το χέσιμο; Προχωρούσε και μονολογούσε
-Ε, το παντέρμο, το Μεγάλο Νησί, να μπω στο σόχωρό μου, να χέζω όση ώρα θέλω, να κοπρίσω κι ένα κλήμα και χωρίς να πληρώσω.
-Βερωνιανέ, ήρεμα μωρέ και θα σκάσω, του λέει ο Μανούσος που κόντευε να κατουρηθεί από τα γέλια.
*

Σελ. 170
Πολύ τσιγκούνης. Έπαιρνε το φαΐ και πήγαινε στο χωράφι. Σταματούσανε κι οι εργάτες για να φάνε.
-Μια στιγμή, μια στιγμή, τους έλεγε. Γέμιζε από ένα μεταλλικό σταμνί που κουβαλούσε το ποτήρι με νερό και το ‘δινε στους εργάτες. Να το πιούνε σκεφτότανε, να τους κόψει την όρεξη και να μη μπορούνε να φάνε πολύ.
-Κάτι πρέπει να κάνομε γι αυτό, λέγανε οι εργάτες.
Πρόλαβε που λες μια μέρα, ο Μανόλης του Κτίστη, ένας γερός εργάτης κι έφαγε δυο τρεις μπουκιές φαΐ. Έφτασε ο Γερονογιάννης και του ‘δωσε το νερό. Πίνει αυτός και…
-Να ‘σαι καλά αφεντικό, του είπε. Πήγε κάτω το φαΐ και τώρα θέλω να φάω κι άλλο.
Αυτό ήτανε, δεν τους ξανάδωσε, μόνο
-Πρώτα να τελειώνετε το φαΐ και μετά νερό, τους έλεγε από κει κι ύστερα.

*
Σελ. 202
-Όσο θέλεις δούλευε, όσα θέλει ο θεός θα σου στείλει, είπε μόνο.
Σελ. 241
-Να μου δώσεις μια κούτα παγωτά, του είπε.
-Περίμενε να τελειώσω με το μαγαζί πρώτα.
Πήρε τα παγωτά η Κλειώ κι εξαφανίστηκε. Μαντάλωσε και την πόρτα για να μην έρθουν οι γειτόνισσες και τις κεράσει. Πρωί-πρωί την άλλη μέρα χτυπούσε την πόρτα του Γιώργη που δεν είχε σηκωθεί ακόμη.
-Τι έπαθες κερά Κλειώ πρωινιάτικα;
-Χαλασμένα παγωτά μου ‘δωσε ο παγωτατζής, άδικο να του λάχει. Έλα αντράκι μου να δεις που να χαρείς τα παιδιά σου.
Μπήκε ο Γιώργης και βρήκε γεμάτο το σπίτι γάλατα. Κοίταξε καλύτερα κι είδε πως δεν είχε βάλει το ψυγείο στην πρίζα.
-Δε μου το ‘πε κανείς παιδί μου, έτσι πρέπει να κάνω;
*
Σελ. 252
Δεν μπορούσε ο Γερονογιάννης, ούτε να παρακολουθήσει την τεχνολογία, ούτε και ν’ αλλάξει συνήθειες. Τρακτέρ κι αγροτικό, είχε αγοράσει τώρα και χρόνια ο Μανούσος.
-Εμένα θα μου λες να σε πηγαίνω όπου θέλεις, με τ’ αυτοκίνητο, του είχε πει από την πρώτη μέρα.
-Πόδια έχει; του είχε αντιγυρίσει.
Αυτός ήθελε να κάθεται στη γαϊδούρα του και να γυρίζει στα χωράφια, όπως έκανε πάντα. Να σταματά όπου θέλει. Να ξεκινά όταν θέλει και να πηγαίνει από τα παράστρατα. Φέτος όμως την πάτησε. Νέα η γαϊδούρα του, ήτανε και καλοκαίρι, της μύρισε αρσενικό. Εκεί, κοντά στο μοναστήρι τ’ Αι Γιώργη, είχε δεμένο το αρσενικό γαϊδούρι με μια χοντρή αλυσίδα για να μη σπάσει, ο Δημήτρης, του Συριδογιώργη ο αδελφός. Μύρισε η γαϊδούρα τ’ αρσενικό, πήρε φόρα για να το φτάσει, δεν πρόλαβε ν’ αντιδράσει ο Γερονογιάννης και παρ’ τον κάτω. Ζεστός όπως ήτανε και δεν αισθανότανε τον πόνο, καθότανε κάτω. Περνούσε τυχαία από κει ο Συριδογιώργης
-Έπαθες τίποτα συμπέθερε; κι έτρεξε να τον βοηθήσει.
-Μ’ έριξε του διαόλου το πράμα. Κοίταξε βρε συμπέθερε καλά, με βλέπει κανείς;
Δεν τον ένοιαζε που έπεσε, την καζούρα φοβότανε.
-Δε σε βλέπει κανείς, έλα σήκω και του έδωσε το χέρι για να τον βοηθήσει.
Τότε μόνο κατάλαβε πως είχε σπάσει το πόδι του. Ειδοποίησε ο Συριδογιώργης κι ήρθε ο Μανούσος με τ’ αγροτικό.
Το μπλογκ του Νίκου Ντακάκη είναι:

********
Υγ. Θέλω να ευχαριστήσω την Φωτεινή Σαμαριτάκη
που μου έστειλε έτοιμη την ύλη των αποσπασμάτων που διάλεξα και τον Νίκο, βεβαίως βεβαίως, που μου χάρισε αυτό το υπέροχο βιβλίο!
*
Νίκο μου, τι να πω!
Μ' αυτό το βιβλίο με ταξίδεψες, αλλά μου έβγαλες και την ψυχή!
Κατάφερες και να με μπερδέψεις με τους Μανούσους, αλλά ακόμα και το τέλος του τ' αφήνεις ανοιχτό!
Τι να σου πω; Είσαι μάστορας! Υπογράφω!
Εύχομαι ολόψυχα δεύτερη έκδοση και σήριαλ!
Καλές εμπνεύσεις!