Δευτέρα, 11 Φεβρουαρίου 2008

Η Αδελφότης των Στεναγμών ΝΙΚΟΣ ΝΤΑΚΑΚΗΣ (1)




Η Αδελφότης των Στεναγμών

ΝΙΚΟΣ ΝΤΑΚΑΚΗΣ

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ


(Σελίδες 413)



Τα χρειάστηκε αυτός που είδε να εξανεμίζονται κι οι τελευταίες του ελπίδες.
«Γιατρέ μου, σε παρακαλώ», άρχισε τα καλοπιάσματα. «Η μητέρα μου δεν είναι τρελή. Εσείς το ξέρετε καλύτερα από μένα. Αν την πάω σε τρελάδικο, τότε σίγουρα θα τρελαθεί. Κρατήστε την εδώ, βρείτε κάποια λύση. Εγώ αυτό που μπορώ να κάνω, είναι να σας δώσω μια εξουσιοδότηση για να εισπράττετε τη σύνταξή της και να σας δίνω επιπλέον και είκοσι χιλιάδες δραχμές το μήνα».
Τα χρήματα ήταν αρκετά δυνατό κίνητρο κι έτσι ο γιατρός συνέχισε τη συζήτηση.
«Μήπως ξέρετε την αιτία του αλκοολισμού της; Η μητέρα σας ξέρετε, δεν είναι τυπικό δείγμα αλκοολικού. Μάλλον βοήθεια ψάχνει στο ποτό. Κάτι την έχει συνταράξει, κάτι που την απασχολεί και την κάνει ν’ αντιδρά μ’ αυτόν τον τρόπο. Θα σας παρακαλούσα να μου αποκαλύψετε ό,τι γνωρίζετε πάνω σ’ αυτό το θέμα».
«Γιατρέ μου, ειλικρινά δεν ξέρω. Σίγουρα μετά το ’50, τότε που εγώ ήμουνα παιδί περίπου δώδεκα χρονών, άρχισε να πίνει και να μεθά. Πιο αραιά στην αρχή, συχνότερα μετά, μέχρι που φτάσαμε σ’ αυτή την κατάσταση».
«Μου κάνει εντύπωση που δεν ανοίγεται και δεν μιλά. Έχει αφεθεί εντελώς στο ποτό κι έχει κλειστεί στον εαυτό της. Όταν είναι ήρεμη, χαμογελά και μιλά με τους ηλικιωμένους και το προσωπικό. Συζητά για διάφορα θέματα, ποτέ όμως για τον εαυτό της. Τότε που έπεσε σε κώμα, συζήτησα το θέμα με όλους τους τροφίμους και το προσωπικό. Τους εξήγησα τη σοβαρότητα της κατάστασής της και το πόσο σημαντικό είναι να μάθουμε τι της συμβαίνει. Τους παρακάλεσα όλους να είναι ιδιαίτερα φιλικοί και ευγενικοί απέναντί της. Να προσπαθούν να ανοίγουν συζητήσεις μαζί της και να μου μεταφέρουν όλα όσα λέγονται. Δυστυχώς, δεν προέκυψε τίποτα. Α, για να σας ρωτήσω και κάτι άλλο. Μήπως ξέρετε ποιος είναι ο Αντώνης και ποια η Αμαλία;»
Ο Νίκος έμεινε για λίγο σκεφτικός.
«Όχι, γιατρέ, σίγουρα όχι. Δεν είχαμε στην οικογένειά μας ποτέ, κανέναν Αντώνη. Όσο για Αμαλία, ναι. Αμαλία έλεγαν τη μητέρα της, τη γιαγιά μου. Αυτή όμως έχει πεθάνει εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Αλλά γιατί με ρωτάτε αυτά τα ονόματα;»
«Ίσως εκεί να βρίσκεται το κλειδί της υπόθεσής μας. Όταν είναι σε κατάσταση ευθυμίας καλεί κάποιον Αντώνη. Συνομιλεί μαζί του, τον αγαπά, τον νοσταλγεί, τον μαλώνει. Αντίθετα, όταν είναι σε κρίση μελαγχολίας, κλαίει και ζητά κάποιαν Αμαλία. Τη νταντεύει σαν να είναι μωρό, της τραγουδά και μετά της κάνει παράπονα που δεν έρχεται να τη δει».
«Την αδελφή μου, πάντως, τη λένε Αντιγόνη. Ίσως να μπερδεύει τα ονόματα. Στο τέλος του μήνα θα τη στείλω να την επισκεφτεί».
«Κάντε το. Ίσως αυτό μας βοηθήσει. Εντάξει, θα την κρατήσω προσωρινά. Θα αναγκαστώ βέβαια να τροποποιήσω την αγωγή και να της δίνω λίγο ποτό για να την κρατήσουμε σε κάποια ισορροπία. Διαφορετικά, πολύ φοβάμαι ότι θα έχουμε πρόβλημα».
«Ευχαριστώ πολύ, γιατρέ».
Σελίδα 24-25



«Και πού είναι δηλαδή εμένα η μαμά μου τώρα;» την ξαναρώτησε.
Ανακοινώθηκε η Ευτυχία και του ‘δειξε τον ουρανό. Μόλις είχε προβάλει ο ήλιος από ένα συννεφάκι, άσπρο και διάφανο, που τον έκρυβε μέχρι εκείνη την ώρα.
«Εκεί πάνω».
«Πού, στο σύννεφο;»
«Ναι, αγόρι μου. Σ’ αυτό το μικρό συννεφάκι. Είναι εκεί πάνω. Κάθεται σε βλέπει και σε καμαρώνει».
Ο μικρός γύρισε προς το σύννεφο θυμωμένος.
«Κατέβα γρήγορα από κει πάνω, ακούς;» φώναξε μ’ όλη του τη δύναμη. Γούρλωσαν τα μάτια του, κοκκίνησε το προσωπάκι του, πετάχτηκαν οι φλέβες στον αδύναμο λαιμό του.
Σελίδα 44



«Κι εγώ, δηλαδή, ποια πρέπει να λέω τώρα μάνα; Πειράζει να σε λέω εσένα;»
Το ‘σφιξε ξανά στην αγκαλιά της.
«Και βέβαια όχι, αγόρι μου. Εμένα να λες μάνα».
Ο μικρός ξέφυγε απότομα από την αγκαλιά της. Ύψωσε το σωματάκι του, πήρε το σοβαρό του ύφος και της δήλωσε επίσημα.
«Εγώ είμαι ο πιο τυχερός. Έχω και τη μαμά μου, που με βλέπει από τον ουρανό κι έχω και σένα που είσαι θεία μου και σε λέω μαμά».
Σελίδα 45-46



Ο ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ ΚΟΥΤΑΛΗΣ ΗΤΑΝ ΠΑΝΤΟΤΕ
ΕΝΤΑΞΕΙ ΣΤΙΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΤΟΥ. ΑΝΤΙΟ
Σελ.72



Σελιδες 108-109
Θα σας αναφέρω ένα μύθο πάνω σ’ αυτό. Ήταν κάποτε ένα κλήμα γεμάτο υγεία, με πολλά κλωνάρια και καταπράσινα τρυφερά φύλλα. Τα τσαμπιά του ακουμπούσαν το ένα στ’ άλλο και μόλις είχαν αρχίσει να ξεχωρίζουν οι ρώγες, μικρές σαν σκάγια, και λαχταριστές. Έτυχε να περνά από ’κει ένας τράγος, το ’δε και το λιμπίστηκε. Ούτε που στάθηκε να το σκεφτεί δεύτερη φορά. Σαν αφηνιασμένος όρμησε, σήκωσε τα μπροστινά του πόδια, το πέτρωσε και με μανία άρχισε να το τρώει. Μέχρι να προλάβει να συνειδητοποιήσει το κλήμα τι του συνέβαινε, ήταν κιόλας μισοφαγωμένο. Άρχισε τότε να παρακαλεί τον τράγο να το λυπηθεί. Έλα όμως που του είχε ανοίξει η όρεξη και συνέχιζε να το τρώει χωρίς να δίνει σημασία στα κλάματα και τις ικεσίες του. Τότε ήταν που νευρίασε κι αυτό κι απείλησε τον τράγο:
«Κι από τη ρίζα να με φας, πάλι κλαδί θα κάμω,
να βγει κρασί που θα πιωθεί, στο σφάξιμό σου απάνω», του είπε με κακία.
Τόσο σίγουρο ήταν για τη γρήγορη ανάπτυξη και την καρποφορία του. Όση ζημιά και να του ’κανε, αυτό θα προλάβαινε μέχρι να σφάξουν τον τράγο να ’χει πετάξει καινούρια κλωνάρια, να κάνει σταφύλια, να ωριμάσει το κρασί και να ’ναι έτοιμο να καταναλωθεί στο γλέντι που θ’ ακολουθούσε».
Σελίδα 108-109


Και προπάντων δεν είχε ξεχάσει να γελά. Κι ένας άνθρωπος που μπορεί και γελά μέσα στη δυστυχία του, έχει κερδίσει ήδη τη μισή μάχη με τις δυσκολίες της ζωής.
Σελ.112


«Ξέρω, αλλά τι χρειάζεται το διάβασμα για να γίνω λαδέμπορας;»
«Α, όλα κι όλα, εσύ δεν θα γίνεις ένας απλός λαδέμπορος. Θα γίνεις σωστός. Μόνο έτσι θα επιτύχεις. Αλήθεια πώς έμαθες να διαβάζεις;»
«Πήγα ένα χρόνο στο δημοτικό. Όταν σταμάτησα το σχολείο, τότε που πέθανε ο πατέρας μου, δεν ήθελα να ξεχάσω να διαβάζω και την ώρα που κάθομαι και περιμένω κάποιον για να του βάψω τα παπούτσια, διαβάζω ό,τι χαρτιά έχω πάρει από τον φούρνο».
Σελ. 121


Έπιασε με τα χέρια του τα βιβλία και του τα ’δωσε. Τα πήρε ο Αντώνης κι εξαφανίστηκε. Ήταν τόσο χαρούμενος, που του ερχόταν να κλάψει. Για να κλάψει όμως, θα έπρεπε να σπαταλήσει χρόνο και σ’ αυτόν δεν περίσσευε τώρα.
Από εκείνη την ώρα ο Αντώνης έγινε άλλος άνθρωπος. Έτρεχε με μεγαλύτερη όρεξη, δεν άφηνε πια χώρο που να μην πάει για να πουλήσει τα κουλούρια του και καθόταν μέχρι αργά στον Δημοτικό Κήπο που δούλευε με τα παπούτσια των περαστικών. Μέχρι να φανεί κάποιος πελάτης, αυτός διάβαζε τα βιβλία. Δεν τα διάβαζε απλά, τα ρουφούσε. Όσο μάθαινε καινούριες ιστορίες, τόσο διάβαζε με περισσότερο πάθος.
Έμαθε, για πρώτη φορά, πως η ελιά είναι ιερό δέντρο. Στην αρχαία Αθήνα την τιμούσαν και τη λάτρευαν, αφού την είχε χαρίσει η θεά Αθηνά, που είχε φυτέψει η ίδια ένα δέντρο πάνω στον ιερό βράχο της Ακρόπολης. Και στην αρχαία Ολυμπία επιβράβευαν τους νικητές μ’ ένα στεφάνι καμωμένο από κλαδί ελιάς κι αυτή ήταν η μεγαλύτερη τιμή. Μα κι ο ίδιος ο Χριστός, την τελευταία του προσευχή πριν τον σταυρώσουν, την έκανε στο όρος των Ελαιών.
Ένιωθε περήφανος με τις γνώσεις που αποκτούσε, αλλά πιο περήφανος ένιωθε κάθε φορά που άδειαζε ένα δοχείο λάδι στο βαρέλι του. Ανασηκωνόταν στις μύτες των ποδιών του και κοίταζε το περιεχόμενο του βαρελιού κι έκανε υπολογισμούς για το πότε θα γεμίσει.
Με τη φόρα που είχε πάρει, ξεπέρασε τους αρχικούς του υπολογισμούς. Έτσι, όταν τον κάλεσαν να πάει στρατιώτης, είχε κιόλας είκοσι βαρέλια γεμάτα με λάδι. Θυμάται την ώρα που αποχαιρετούσε τη μάνα του. «Κουράγιο μάνα», της είπε. «Όταν απολυθώ από τον στρατό, θα γίνω λαδέμπορας. Δεν θα χρειάζεται τότε να δουλεύεις πια στα ξένα σπίτια».
Τον σταύρωσε η Άννα την ώρα που έφευγε. Κι εκείνος πριν φύγει, πέρασε ξανά από την αποθήκη του. Μέτρησε πάλι τα βαρέλια του την κλείδωσε κι έφυγε.
Σελίδα 124-125


Η Χώρα υπέφερε, ο κόσμος κόντευε να πεθάνει από την πείνα κι αυτός είχε στην αποθήκη του είκοσι βαρέλια λάδι και δώδεκα μεγάλα τσουβάλια γεμάτα με όσπρια και στάρι. Χαιρόταν γι’ αυτό. Χαιρόταν πολύ. Πριν από κάποια χρόνια όλη η Χώρα έτρωγε, έπινε, γλεντούσε κι αυτός κι η οικογένειά του κόντευε να πεθάνει από την πείνα. Πώς αλλάζουν οι καιροί! Είπε νοερά ένα μεγάλο ευχαριστώ στον Κώστα Αλεξίου, κι ας μην ήξερε πού να τον βρει, και βγήκε στον δρόμο.
Σελ.176


»Είδα πάρα πολλούς ανθρώπους αυτόν τον καιρό. Όλοι συμφωνούσαν στο ότι βοηθούσε τον κόσμο. Δεν έμεινε χήρα και ορφανό αβοήθητο όλα αυτά τα χρόνια. Ποιος μπορεί να τα βάλει στη ζυγαριά και να καταλήξει με βεβαιότητα, αν έκανε περισσότερο καλό παρά κακό τελικά;
Σελ.179

(συνεχίζεται)