Δευτέρα, 11 Φεβρουαρίου 2008

Η Αδελφότης των Στεναγμών Νίκος Ντακάκης (2)





(συνέχεια)

Η Κατερίνα ήταν πια τριάντα χρονών και πιο όμορφη από ποτέ. Ένιωθε να ξεχειλίζει από ζωντάνια. Όλα αυτά τα χρόνια δεν σταματούσε άντρας στο περίπτερο που να μην προσπαθήσει να τη ρίξει. Κοπλιμέντα, γλυκές κουβέντες, σαλιαρίσματα άκουγε πολλές φορές τη μέρα. Πόσο γελοίοι γίνονται οι άντρες κάποιες φορές! Μόλις δουν μια όμορφη γυναίκα, νομίζουν πως είναι έτοιμη να πέσει στην αγκαλιά τους.
Σελ.192


Και θυμήσου. Πάντα οι δεύτερες σκέψεις είναι πιο σωστές από τις πρώτες.
ΣΕλ.241


«Έτσι που τα έκανες, κανονικά δεν θα έπρεπε να ασχοληθώ ξανά μαζί σου. Είναι ποτέ δυνατόν να αφήσεις μια γυναίκα έγκυο κι αντί να την προστατέψεις, να την πετάξεις γυμνή στο δρόμο; Τι άνθρωπος είσαι εσύ; Τι έγινε η ανθρωπιά κι η ευαισθησία σου; Ώρες ώρες αναρωτιέμαι, αν έκανα καλά που σου φέρθηκα με τον τρόπο που ξέρεις. Δεν είμαι σίγουρος, ακόμη και τώρα, αν έπραξα σωστά ερχόμενος εδώ να σε συναντήσω και δεν πήγα κατευθείαν στην Αστυνομία».
Σελ.248



Θυμόταν το ζόρι που είχαν περάσει μια φορά μαντρωμένοι στη στοά Ακαδημίας και Ιπποκράτους με δυο «αύρες» να κλείνουν τις εξόδους και να τους ρίχνουν μέσα οι μπάτσοι τα δακρυγόνα. Θυμόταν πολύ καλά τα προηγούμενα γεγονότα του Πολυτεχνείου κι ακόμα πιο έντονα, την κατάληψη της Νομικής. Τον όρκο που είχαν δώσει από την ταράτσα της, στον λαό της Αθήνας, πως δεν θα φύγουν από ’κει, αν δεν ικανοποιηθούν τα αιτήματά τους. Την πολιορκία από τους μπάτσους και τους αντιφρονούντες. Την εξουσία που τους έκοψε φως και νερό για ν’ αναγκαστούν να υποχωρήσουν. Την ηρωική τους έξοδο. Το ξύλο. Τις συλλήψεις και τις φυλακίσεις των φοιτητών.
Τα ’χε καταφέρει κι είχε γλιτώσει τότε. Ζορίστηκε, μα τα κατάφερε κι έφτασε μέχρι το σπίτι της απογοητευμένη που είχε αποτύχει κι αυτή τους η προσπάθεια. Το πείσμα τους όμως μεγάλωνε. Αλλά τώρα τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Ποτέ της δεν είχε αισθανθεί έτσι. Τώρα επικρατούσε ένα γενικότερο επαναστατικό κλίμα. Ο ραδιοφωνικός σταθμός του Πολυτεχνείου είχε τεθεί σε λειτουργία από χθες κι εξέπεμπε κανονικά. Αυτό είχε βοηθήσει τον κόσμο να πληροφορηθεί τι γινόταν και να τρέξει για συμπαράσταση.
Χιλιάδες φοιτητές από όλες τις σχολές, εργάτες αλλά και απλοί πολίτες, έτρεχαν να συμπαρασταθούν και να βροντοφωνάξουν μαζί με τους φοιτητές την αντίθεσή τους στη Χούντα. Μηνύματα συμπαράστασης κι αγώνα ερχόταν από παντού. Κατάληψη έκαναν οι φοιτητές και στη Θεσσαλονίκη. Ξεσηκώθηκαν στην Πάτρα και κατέλαβαν το Πανεπιστήμιο. Το ίδιο και στα Γιάννενα. Στο πόδι Ελευσίνα και Ασπρόπυργος. Καζάνι που έβραζε ο Σκαραμαγκάς.
Με τα τρακτέρ κατέβαιναν οι αγρότες από τα Μέγαρα, που αντιδρούσαν και δεν ήθελαν ν’ αφήσουν τη γη τους στα χέρια του Λάτση, που ήθελε να φτιάξει διυλιστήρια στην Πάχη Μεγάρων. Αυτά μετέδιδε ο σταθμός όλη μέρα κι έβαζε φωτιά στις ψυχές όλων τους. Κι ύστερα τραγούδια του Θεοδωράκη. Συναυλία είχε δώσει ο Νιόνιος και τους είχε ενθουσιάσει. «Κείνο που με τρώει κείνο που με σώζει, είναι π’ ονειρεύομαι σαν τον Καραγκιόζη...» τους είχε πει και πολλά άλλα. Κι ο Ξυλούρης είχε πάει ο ίδιος κι ο Καλογιάννης κι άλλοι πολλοί.
Η φλόγα που είχε ανάψει δεν ήταν εύκολο να σβήσει. Κι από κοντά τα μεγάφωνα που ξεσήκωναν τις ψυχές με τα συνθήματα. Εκτός από το «Ψωμί-Παιδεία-Ελευθερία», αντηχούσαν στους δρόμους και καθαρά πολιτικά συνθήματα. «Έξι χρόνια αρκετά, να μη γίνουνε επτά», «Συμπαράσταση λαέ», «Απόψε θα γίνει Ταϊλάνδη» και πολλά άλλα. Ήταν σχετικά πρόσφατα τα γεγονότα στην Ταϊλάνδη, όπου χιλιάδες λαού σταμάτησαν με τα κορμιά τους τα τανκς κι έριξαν τη Χούντα. Tο ίδιο πίστευαν ότι θα γίνει κι εδώ.
Σελίδα 268-269



«Ποτέ δεν θα ‘σαι παρελθόν, δεν είσαι σκέτος πόνος
Μον’ είσαι ολάνοικτη πληγή, που δεν γιατρεύει ο χρόνος».
Σελ.294


Παγωμάρα έπεσε προς στιγμήν στην εκκλησία. Σταμάτησαν οι παπάδες την ψαλμωδία, κοίταξε δεξιά κι αριστερά αμήχανος ο Δεσπότης κι ύστερα με βιαστικές κινήσεις χώθηκε στο ιερό.
Την απόλυτη σιγή ήρθε και διέκοψε το δυνατό χαστούκι που άστραψε ο Μάρκος Χωρατάκης στο μάγουλο της Κατερίνας. Κι αμέσως μετά φώναξε αγριεμένος στους δικούς του.
«Τι κάθεστε και χαζεύετε, μωρέ; Πετάξτε την έξω. Δεν την βλέπετε πως είναι μεθυσμένη; Ποιος την άφησε και μπήκε μέσα;»
Βούτηξαν την άτυχη Κατερίνα και σηκωτή την έβγαλαν έξω. Αυτή τους είχε παραδοθεί. Ούτε αντιστεκόταν, ούτε φώναζε. Μόνο έκλαιγε και κάπου κάπου πετούσε ένα «φτου σας!» Μόλις επικράτησε ξανά ηρεμία, συνέχισαν οι παπάδες την ψαλμωδία και ξανάρχισε ο χορός του Ησαΐα από το σημείο που είχε σταματήσει.
Όλη η Χώρα τη σχολίαζε την Κατερίνα. Αυτό που έκανε δεν το χωρούσε ανθρώπου νους. Είχε υπερβεί κατά πολύ την ανεκτικότητα και τη συμπάθεια ολόκληρης της πόλης προς το πρόσωπό της. Χωρίς να προκληθεί, χωρίς λόγο και αιτία δηλαδή, μέθυσε και πήγε να χαλάσει τον πιο μεγαλόπρεπο γάμο που είχε γίνει τα τελευταία χρόνια στη Χώρα. Δεν μπορούσαν να το χωνέψουν κι ούτε μπορούσαν να καταλάβουν τι της είχε συμβεί έτσι στα ξαφνικά κι είχε καταντήσει αλκοολική. Δεν μπορούσαν εύκολα να ξεχάσουν αυτή την ιδιαίτερα όμορφη, αεράτη και δυναμική γυναίκα, που γνώρισαν κάποτε. Πρόσχαρη, αρχοντική, με το γέλιο πάντα στα χείλη, χαιρόντουσαν και να τη βλέπουν και να την ακούν. Και τώρα την έβλεπαν πώς είχε καταντήσει και τη λυπόντουσαν. Απ’ αυτό το σημείο όμως, μέχρι να χαλά τα μυστήρια και να παρενοχλεί τους ανθρώπους -και ποιους ανθρώπους- πήγαινε πολύ.
Σελίδα 296-297



Ήταν μόνος κι έρημος. Ένα αδύναμο ανθρωπάκι, ανίκανο ν’ αντιπαλέψει τη μοίρα. Άχρηστα του ήταν αυτήν τη στιγμή και τα σπίτια και τα οικόπεδα κι οι χρυσές λίρες.
Σελ. 368


«Ποια είσαι εσύ;» της φώναξε μάλλον άγρια.
«Εγώ είμαι μάνα, η Αμαλία».
«Αμαλίααα!» Φώναξε πιο δυνατά η Κατερίνα.
Σελ.381


«Μα δεν είμαι τρελή, γιατρέ», τον έκοψε η Κατερίνα.


Σελ. 381
«Περίφραξη είναι αυτή; Η περίφραξη είναι κάτι απλό. Ένας μαντρότοιχος ή κάτι τέτοιο. Αυτό όμως είναι τείχος κανονικό. Από την πρώτη στιγμή που ήρθα εδώ το κατάλαβα. «σε κάστρο με φέρανε», είπα μέσα μου. Τα κάστρα όμως από μόνα τους κρύβουν την ελπίδα μέσα τους. Γι’ αυτό χτίζονται, γι’ αυτό φτιάχνονται. Για να κρατούν μακριά τον εχθρό και να προστατεύουν αυτούς που βρίσκονται πίσω τους. Εγώ θ’ αποτελούσα εξαίρεση;»
Σελ.382


Μη με κοιτάζεις έτσι, γιατρέ, αν μπορεί να τρελαθεί κανείς από ευτυχία, τότε ναι, εγώ κινδυνεύω πραγματικά να τρελαθώ».
Σελ.383


«Ό,τι πιο ιερό έχει η πίστη μας είναι οι Στεναγμοί κι οι Οδύνες που είχε ο Κύριος πάνω στον Σταυρό. Γι’ αυτό κι η αδελφότης μας ονομάζεται Αδελφότης των Στεναγμών του Κυρίου.
Σελ.402

Το μπλογκ του κ. Νίκου Ντακάκη, εδώ: