Τρίτη, 5 Φεβρουαρίου 2008

Μεγάλα βιβλία

Απ' τα ανέκδοτα...

…….Θυμάμαι την εποχή του 70 την δική μου μάννα. Θα πήγαινα στο Γυμνάσιο και δεν είχα βιβλία «μεγάλα», όπως τα γειτονόπουλα. Τις εγκυκλοπαίδειες εννοούσε. Δεν είχα και έτρεχα στη γειτονιά ή στην βιβλιοθήκη για ότι χρειαζόμουν στο σχολείο. Έτσι, όταν της πρότειναν μια αλλιώτικη δουλειά απ’ αυτή που έκανε (να πλένει τα σεντόνια των ξενοδοχείων- βλέπε βιβλίο «Γράμμα στη μάννα… με δύο ν»), δεν άργησε να τ’ αποφασίσει. Θα δούλευε όλο το χειμώνα διαφορετικά εκείνη τη χρονιά. Θα πρόσεχε ένα άρρωστο παππού. Μαζί της κι εγώ. Θα είχαμε το φαί μας, τη ζέστα μας, ένα σπίτι χωρίς σταλαμίδες, θα έπαιρνε και λεφτά. Και πήρε μ’ αυτά –θυμάμαι- την τότε δεκάτομη εγκυκλοπαίδεια Κοντέου.
Χαρά που έκανα κι εγώ, τότε! Κάθε φορά που ξεφύλλιζα αυτές τις εγκυκλοπαίδειες, ακόμα και τώρα, πριν λίγα χρόνια, πριν τις χαρίσω στη βιβλιοθήκη του χωριού μας, στη μνήμη της, νόμιζα πως άνοιγα το «βρυσάκι» να κατουρήσει ο παππούς.
Ναι, έτσι ακριβώς!
Απ’ ότι θυμάμαι απ’ αυτόν τον παππού κι εκείνη την εποχή, λες κι έχουν σβηστεί όλες οι υπόλοιπες σκηνές της τότε ζωής, θυμάμαι έντονα μόνο αυτή τη σκηνή. Η μάννα ξεκούμπωνε το παντελόνι του ογδοντάχρονου παππού, ίσως και παραπάνω, έβγαζε ένα σακουλάκι νάιλον, κι από κει μέσα έβγαζε ένα σωληνάκι σαν καλώδιο, μάλλον ξεκούμπωνε κι ένα καπάκι, κι άρχιζε τότε να τρέχει ένα κίτρινο υγρό και το άδειαζε σ’ ένα κυπελάκι γιογιό. Δεν θυμάμαι αν είχα ρωτήσει τη μάννα τότε, ίσως το κατάλαβα και μόνη μου. Εκείνος ο παππούς έτσι έκανε τσίσια του και για κάποιο λόγο που τώρα φαντάζομαι, ίσως είχε προστάτη και του έκοψαν το πουλί του.
Να ήταν άλλος ο λόγος; Ποιον να ρωτήσω τώρα; Εκείνο που ήθελα να πω είναι ότι όποτε άνοιγα αυτή την εγκυκλοπαίδεια, μου έρχονταν στο μυαλό αυτή η σκηνή. Είχε τυπωθεί γερά στο μυαλό μου, ότι αυτά τα βιβλία τα χρωστάω στη μάννα και κυρίως στην ανάγκη του κατουρήματος του παππού.
Ας είναι ελαφρύ το χώμα που σκεπάζει και τους δυο, τώρα. Η μάννα έφυγε μετά από πολλά πολλά χρόνια, δεν θυμάμαι όμως γιατί εμείς φύγαμε απ’ το σπίτι του τότε. Πέθανε ο παππούς, τον πήρε κάποια κόρη του στο σπίτι του, σύμφερε την μάννα οικονομικά να δουλέψει στα ξενοδοχεία; Ούτε αυτό το ξέρω. Εκείνο που ξέρω είναι ότι τότε ζεστάθηκε το κοκαλάκι μας και δεν πεινάσαμε. Άλλοι πλήρωναν τα ξύλα, άλλοι το φαί που θα μαγείρευε η μάννα κι ευτυχώς ο παππούς είχε ευκατάστατα παιδιά που και τον αγαπούσαν και τον πρόσεχαν.
Κοντά στον παππού περάσαμε κι εμείς καλά εκείνο τον χειμώνα.
Να ήταν δυο οι χειμώνες; Μπα, δεν νομίζω. Θα είχα τότε κι άλλη σειρά βιβλίων.


Στην αρχή τις άνοιγα αυτές τις εγκυκλοπαίδειες και χαίρονταν η μάννα. Στο Γυμνάσιο μόνο θυμάμαι ότι μου έκανε συχνά παράπονα. «Το μυαλό σου όλο στα τραγούδια το έχεις. Εκείνα τα βιβλία τα μεγάλα, δεν τ’ ανοίγεις τώρα. Δεν τα διάβασες όλα. Χαμένα πήγαν!»
«Πώς να τα διαβάσω όλα βρε μαμά; Θα χαζέψω! Αυτά τ’ ανοίγω μόνο αν χρειάζομαι κάτι για το σχολείο», της έλεγα.
«Ναι, καλά…» έλεγε η μάννα με παράπονο. «Γιατί, άμα μάθ’ς κάτ’ παραπάν’ θα σι βλάψ’;»
Όχι μόνο δεν θα μ’ έβλαπτε μάννα, αλλά θα μ’ άνοιγε καλύτερα τα μάτια. Τι να σε κάνω τώρα; Είναι πολύ αργά.
Για να την καλοπάρω όμως μερικές φορές και για να μ’ αφήσει να πάω στο επόμενο πάρτυ, κάποιες φορές την καλόπερνα και ξεφύλλιζα κάποια εγκυκλοπαίδεια μπροστά της, κι άμα είχα κέφια της έδειχνα και φωτογραφίες. «Δες μαμά αυτόν τον πύραυλο. Δες πόσο μεγάλη είναι η Αφρική που είναι τα παιδιά σου!»
Άλλες φορές πάλι, για να της δώσω χαρά, άνοιγα κάποια εγκυκλοπαίδεια την έστηνα όρθια και κάνοντας πως αντιγράφω κάτι, συμπλήρωνα κρυφά στα λευκώματα:
«Τι είναι φιλία; Τι είναι φλερτ; Τι είναι έρωτας; Τι είναι αγάπη;»
Τότε δεν τα ήξερα ακόμα. Τα έμαθα στην πορεία. Ούτε πως το έλεγαν εφηβεία το κορόιδεμα της μάνας ήξερα. Το έμαθα αργότερα και δικαιολόγησα λίγο τον εαυτό μου. Γι’ αυτό καταλαβαίνω και δικαιολογώ τώρα κι εγώ την δική μου κόρη.


Οι περιβόητες εγκυκλοπαίδειες είχαν πιάσει αράχνες τα επόμενα χρόνια. Αν τις είχα διαβάσει όμως, αν καταλάβαινα ότι τότε δεν κορόιδευα την μάννα, αλλά το εαυτό μου, θα το είχα πάρει κι εγώ εκείνο το άτιμο το πτυχίο της κοινωνικής λειτουργού, που τόσο πολύ ήθελα να γίνω. Και δασκάλα δεν θα με πείραζε, ούτε νηπιαγωγός, ούτε ψυχολόγος, ούτε γιατρός. Αλλά, άλλο όνειρα κι άλλο προσπαθώ.
Ανάθεμα στην εφηβεία και στον έρωτα που κλέβει τα καλύτερά μας χρόνια.
Ή ανάθεμα στο διάβασμα που απαιτείται στα καλύτερά μας χρόνια;
Όπως και να ‘χει, όπου κι αν είναι το λάθος, αν δεν υπάρχει μέτρο, αν δεν χτίσεις πετραδάκι πετραδάκι τις γνώσεις σου, δύσκολο να έχεις μια καλή δουλειά στο μέλλον.