Δευτέρα, 17 Μαρτίου 2008

Μάξι... αποσπάσματα

Το ταξίδι που λέγαμε…


ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ


ΚΑΛΕΝΤΗΣ


Σ’ όλη μου τη ζωή, υποτίθεται ότι έψαχνα την ασφάλεια. Κάπου ν’ ακουμπήσω. Κάπου να νιώσω προστασία. Ψεύδος! Ψεύδος πλανερό. Η αλήθεια είναι πως με παράσερνε ένα άγριο κύμα. Μια μανία αυτοκαταστροφής. Ακόμα κι αυτή η ψευδεπίγραφη ανάγκη της ασφάλειας παγίδα ήταν, για αυτοκαταστροφή. Για συντριβή. Ήθελα να οδηγήσω την ψυχή μου στο λαγούμι της ασφάλειας, για να την ξεκοκαλίσω με την ησυχία μου. Αυτό ήταν.
Καλέ, τι να τα κάνω εγώ τα λουκέτα, τους σύρτες και τις κλειδαριές; Αν δεν διέκρινα στο βάθος του ορίζοντα ένα λυσσασμένο σκύλο να έρχεται ορμητικά καταπάνω μου, με σκοπό να με ξεσκίσει, δεν μπορούσα ν’ ανάψω ηδονικά το τσιγαράκι μου και να θαυμάσω το ηλιοβασίλεμα.
Σελ.22


Κι όμως γλυκιά μου Απολλωνία.
Σε μια ξεκούρντιστη μπάντα, εγώ πέρασα όλη μου τη ζωή.
Δεν ξέρω ποιος το ‘χε διαλέξει αυτό, αλλά πολλές φορές μου άρεσε.
Κάποιες στιγμές, ένιωσα κιόλας την ανάσα του Θεού στο μάγουλό μου.
Μέχρι και παλαμάκια άκουσα να μου βαράει.
Ναι… Δεν έκανα λάθος… Δεν λέω ψέματα…
Κάποιες στιγμές…
Την ώρα που οι μαϊμούδες έξυναν τον κώλο τους και με χλεύαζαν…
Σελ.35


-Δεν ένιωθα πόνο, με την έννοια που τον νιώθουν οι μεγάλοι. Ξέρεις. Να φτάνω σε αδιέξοδα, σε μαύρες σκέψεις, κλπ. Δεν γεμίζει δηλητήριο μια παιδική ψυχή. Απλώς, μαζεύεται. Κουλουριάζεται. Είναι σαν να παρακολουθείς στο σινεμά ένα τρομακτικό έργο. Δεν παίζεις εσύ, αλλά είσαι μέσα στην ατμόσφαιρα. Σωριάζονται μέσα σου τα γεγονότα σαν φωτογραφίες. Καταλαβαίνεις;
Αν καταλάβαινα λέει; Γιατί, εγώ το ίδιο έργο δεν παρακολουθούσα; Αχ, αυτές οι φωτογραφίες! Πολύ αργότερα, τα απρόσωπα ζωντανεύουν. Παίρνουν σάρκα και οστά. Πιάνουν στασίδι στην ψυχή. Αποκτούν εξουσία και καθορίζουν πορείες.
Αχ, αυτές οι φωτογραφίες!....
Σελ. 59


Εγώ, όταν βρέθηκα τυχαία στο δάσος, στάθηκα στο πρώτο δέντρο που συνάντησα. Δεν ήξερα να προχωρήσω παραπέρα. Ζάρωσα από κάτω, έβγαλα το σουγιαδάκι μου και χάραξα στον κορμό του το σχήμα της ψυχής μου.
Χρόνια και χρόνια. Μια ζωή. Εγώ και το πληγωμένο δέντρο μου.
Όσοι βρέθηκαν κοντά μας ήταν περαστικοί. Κανείς δεν κάθησε να θαυμάσει την ζωγραφιά….
Σελ. 60


-Βλέπεις, Ρορώ; Ακόμα κοιμάται αυτή η τεμπέλα παπαρούνα. Θέλεις να την ξυπνήσουμε; Κοίτα!
Έπιασε την παπαρούνα και την άνοιξε προσεκτικά.
-Πάρ’ την. Στη χαρίζω.
Παρατηρούσα τα ροζ τσαλακωμένα φυλλαράκια και την κρατούσα στη χούφτα μου σαν νεογέννητο πουλάκι. Από τότε, όταν έβλεπα κλειστές παπαρούνες έτρεχα να τις ξυπνήσω, προσπαθώντας με τις ώρες να ισιώσω τα λεπτά φυλλαράκια τους.
Σελ.67


Εκείνη ό,τι νιώθει, ό,τι σκέφτεται, ό,τι συναντά, το τακτοποιεί προσεκτικά σε προθήκες μέσα στην ψυχή της και το φυλάει ως κόρην οφθαλμού. Ακόμα κι αν δεν είναι το καλύτερο. Ακόμα κι αν δεν το αγαπά. Εγώ ό,τι νιώθω, ό,τι σκέφτομαι, ό,τι συναντώ, το ζουλάω άθελά μου, το γρατζουνάω, το σφίγγω περισσότερο απ’ ότι πρέπει. Καμιά φορά, και χωρίς να το επιθυμώ, το εγκαταλείπω ή το πετάω.
Ακόμα κι αν είναι το καλύτερο.
Ακόμα κι αν το αγαπάω.
Σελ. 86


-Αυτή η πονοψυχιά θα σε φάει, Ρορώ. Θυμήσου που στο λέω. Θα δώσουμε χέρο βοηθείας, αλλά πρωτίστως θα υπερασπίσουμε τη δική μας ζωή. Πότε θα καταλάβεις πως όταν ταΐζεις ένα πεινασμένο σκυλί, δεν πρέπει να βάζεις το χέρι σου κοντά στο στόμα του. Θα στο κόψει. Και θα το κάνει, μάλλον άθελά του. Πέτα του την τροφή λίγο πιο πέρα. Δεν μπορείς;
Όχι, δεν μπορούσα. Δεν μπόρεσα ποτέ. Όποτε τάισα πεινασμένα σκυλιά, έβαλα τα χέρια μου ανάμεσα στα δόντια τους. Κι αν εξακολουθώ να έχω χέρι, είναι για να με κάνει χάζι ο Θεός. Του αρέσω. Αλλιώς δεν εξηγείται.
-Καθένας έχει τη δική του πορεία, επέμενε η Απολλωνία. Να συμπαραστέκεσαι. Μην μπαίνεις όμως σφήνα. Κατάλαβες; Ούτε τον πάσχοντα βοηθάς έτσι. Μόνο τον εαυτό σου φθείρεις. Ο πάσχων, Ρορώ μου, είναι άλλος! Είσαι εσύ από τη μια μεριά, και ο άλλος απ’ την άλλη. Ποτέ ο άλλος δεν είσαι εσύ!
Σελ.108


-Είναι δύσκολο.
-Τίποτα δεν είναι δύσκολο. Θα σηκωθείς μια μέρα και θα φύγεις, χωρίς να κοιτάξεις πίσω σου. Βούλωσε τα’ αυτιά σου, κλείσε τα μάτια σου και φύγε. Μόνο πρόσεξε. Μια στιγμή να κωλώσεις, ένα δευτερόλεπτο να κοντοσταθείς, τέλειωσες. Πρόσεξε πολύ. Η φυγή είναι ένας δρόμος χωρίς στροφές. Παίρνεις φόρα και τρέχεις. Μην ψάχνεις δέντρο για να ξεκουραστείς. Θα ‘ναι μια πρόφαση για να γυρίσεις πίσω. Εντάξει; Αν μείνεις εδώ, θα θαφτείς. Σε λίγα χρόνια θα σχεδιάζεις κι εσύ ταξίδι για τους Αγίους Τόπους. Και να σου πω κάτι; Επειδή φεύγω, δεν σημαίνει ότι θα πάψω να σ’ αγαπώ.
Σελ.109


-Μπορείς να μου πεις τι φοβάσαι ακριβώς; Με ρωτούσε στις συζητήσεις μας η Απολλωνία. Ονομάτισέ μου το φόβο σου. Συγκεκριμενοποίησέ τον.
-Δεν έχει όνομα. Ούτε μορφή. Ένα τεράστιο στόμα είναι, που χάσκει να με καταπιεί. Ένα μαύρο σεντόνι, που το φέρνει ο αέρας καταπάνω μου. Δεν ξέρω πώς να στο πω.
-Αν δεν εντοπίσεις τι είναι ακριβώς αυτός ο φόβος σου, δεν θα απαλλαγείς ποτέ.
Προσπάθησα πολλές φορές να εντοπίσω τον φόβο μου. Του ‘δινα ραντεβού, να τον γνωρίσω. Να δω πώς είναι. Ποιος είναι. Κι όσο τον έψαχνα, όσο τον προκαλούσα, τόσο γινόταν πιο απροσδιόριστος. Πιο ύπουλος. Πιο επιθετικός.
Σελ.113


Βρήκα ένα μπλογκάκι, που εκείνη την εποχή του «φοβερού πένθους» σημείωνα τις σκέψεις μου για να ξαλαφρώνω.
«Εγώ είμαι ένας αδέσποτος παλιάτσος.
Μόνο οι παλιάτσοι δικαιούνται να μιλούν για μοναξιά. Περιφέρομαι άσκοπα, στις γυμνές πλατείες. Έχω δυο κόκκινα ρόδα στα μάγουλα και η ψυχή μου κυκλοφορεί με το ημίψηλο του Ιωάννη.
Βγάζω τη γλώσσα μου και κάνω γκριμάτσες.
Χειρονομώ. Ασχημονώ. Χορεύω.
Ζαρώνω πίσω από τα παγκάκια και γελάω.
Γελάω πολύ. Κυρίως για πράγματα που θα ‘πρεπε να κλαίω.
Αν κάποια μέρα με περιμαζέψει η κλούβα, θα ‘ ναι γιατί σε ώρες κοινής ησυχίας εγώ γελούσα δυνατά».

-Όπου κι αν πάω, Απολλωνία, δεν μπορώ. Θέλω να φύγω. Δεν μ’ αρέσει. Βιάζομαι να γυρίσω. Να χωθώ στο θλιβερό τοπίο μας.
-Σ’ έχει ευνουχίσει κανονικά η Ντοντώ. Τράβα μια δαγκωσιά στο χέρι του δυνάστη σου, ρε παιδάκι μου! Δεν σου λέω να το κόψεις. Λίγο να τον πονέσεις. Λίγο να καταλάβει πως δεν σ’ έχει υποτάξει. Πως κάποια μέρα μπορεί και να του πεις «άει σιχτίρι». Πάει να πει, Ρορώ, έλα ένα διάστημα κοντά μου, να ταρακουνηθεί κομματάκι η Ντοντώ. Βγάλε τη μούρη σου πια από τα σκουπίδια…

Δεν πήγα. Δεν δάγκωσα ποτέ κανένα χέρι δυνάστη. Αντίθετα. Το ‘πλυνα, το αρωμάτισα, του ‘κοψα τα νυχάκια και το σκέπασα με μαλακό πανάκι, μην τυχόν και μου παγώσει.
Τι έχασα; Το κοινωνικό μου προφίλ. Ενίοτε και την υπόληψή μου.
Τι κέρδισα; Την ψυχή μου.
Ανακάλυψα κάτι μικρά μικρά πολύχρωμα κομματάκια, που ήταν θαμμένα ανάμεσα σε σωρούς σκουπιδιών.
Αν δεν έχωνα τη μούρη μου στα σκουπίδια, δεν θα ήξερα ότι υπάρχουν. Ότι ήταν πολύτιμα. Ότι ήταν δικά μου. Ότι μπορούσα να τα βάζω ενέχυρο για να εξαγοράζω, που και που, την ύπαρξή μου.
Σελ.134-135


Δεν ήταν πως ήμουν τελείως χαζή και δεν καταλάβαινα που βρισκόμουν. Έβλεπα πεντακάθαρα και τις φάτσες και τις υποκρισίες. Όμως δεν ήθελα να τα ξέρω αυτά που έβλεπα. Δεν ήθελα να τα περνώ από το μυαλό μου.
Κατά βάθος, ένιωθα καλά. Μ’ άρεσε σ’ αυτό το χαμηλό σπιτάκι με τους πιτσιλωτούς ντενεκέδες και τις πλαστικές πάπιες. Σ’ αυτό το τραπέζι με το λουλουδάτο μουσαμά και τα κολονάτα ποτήρια. Υπήρχε μια μορφή επικοινωνίας εκεί, άγνωστη σε μένα, που με σαγήνευε.
Επιθυμούσα να γίνω κι εγώ ένα παράταιρο πλακάκι σ’ αυτή την αυλίτσα. Να γίνω μέλος μιας οικογένειας!
Στην άκρη της ψυχής μου, παραμόνευε η αγκαλιά της Αργυρένιας που δεν άνοιξε ποτέ για μένα.
Γι’ αυτό τρύπωνα και στρογγυλοκάθιζα σε ξένες φωλιές.
Γι’ αυτό ακολουθούσα σαν κουτάβι όποιον άπλωνε τα χέρια του να μου χαϊδέψει τα μαλλιά.
Έτσι έπραττα πάντα. Όποιον και να συναντούσα στη ζωή μου, φίλο, γείτονα, αγαπητικό –συνήθως κολλούσα σε ό,τι χειρότερο- αντί να δώσω το χέρι μου ν’ ανέβει ο άλλος στο δικό μου σκαλοπάτι, κατέβαινα εγώ. Κατρακυλούσα. Στα τάρταρα ήμουν ικανή να φτάσω, προκειμένου να γίνω αρεστή. Προκειμένου να μη χάσω τη συνάφεια.
Σελ.170-171


Μούγγα το γονίδιο του Ιωάννη.
Επιτρέπω! (Σηκώθηκε πάλι έξαλλος ο μπαταξής). Ποια είσαι συ, κυρά μου, που θέλεις να σώσεις όλο τον κόσμο; Γιατί δεν σώζεις πρώτα εσένα; Δεν σε νοιάζει για το άτομό σου; Δεν σ’ ενδιαφέρει καθόλου; «Ντιπ»; Μπορείς να βουλιάζεις σ’ ένα βόθρο και να ονειρεύεσαι κυκλάμινα; Η μια απάτη φέρνει την άλλη, Αργυρένια. Η μια ψευτιά τραβάει την άλλη. Κάνουν ουρά. Μυρίζει η μια τον κώλο της άλλης και σχηματίζουν κομβόι. Πού θα σταθείς εσύ, να παραστήσεις το σωτήρα;
Σελ.377


-Για μένα το παρελθόν δεν είναι σκοινί. Είναι βελούδινο μαξιλαράκι που γέρνει η ψυχή μου και αναπαύεται. Ζήσαμε διαφορετική ζωή.
-Εγώ, αν κάνω πως ακουμπώ στο παρελθόν μου, πρέπει πρώτα να εκπαιδευτώ για … φακίρης!
Σελ. 383


Στην παλιά Βιβλιοπαρουσίαση
http://kyklaminovounou8.blogspot.com/


θα βρείτε και:


Ξεφυλλίζοντας τη σιωπή:
http://kyklaminovounou.blogspot.com/2007/08/blog-post_4218.html


Το χρώμα του φεγγαριού:
http://kyklaminovounou8.blogspot.com/2007/06/blog-post_3328.html


Η μπόρα:
http://kyklaminovounou8.blogspot.com/2007/03/blog-post_30.html


Οι κάργιες:
http://kyklaminovounou8.blogspot.com/2007/03/blog-post_1157.html