Τρίτη, 5 Φεβρουαρίου 2008

Αχ! Νιάτα!

Απ' τα ανέκδοτα...

....Αφού εγώ τρέχω τουλάχιστον τρεις φορές τον χρόνο, μόνο για την Αφροδίτη, πώς να μη τα οικονομήσει;
Κι εγώ πάλι, να μη δω αν έπεσε ο σίδηρός της μ’ αυτά τα ετοιματζίδικα που τρώει, αν ανέβηκε η χοληστερίνη της; Μια την βλέπω αδυνατισμένη, μια χλωμή, μα και καλά να τη δω, να μη το επιβεβαιώσω; Τι να σου κάνει και η καημένη η μάνα, όταν είναι μακριά το βλαστάρι της; Στην αρχή, τα πρώτα χρόνια των σπουδών της δηλαδή, όταν έρχονταν την ζύγιζα. «Έχασες τόσα κιλά», της έλεγα. «Δεν τρως; Δεν μαγειρεύεις; Δεν κοιμάσαι;»
Αργότερα κατήργησα τη ζυγαριά. Την εξαφάνισα γιατί δεν ήθελα να βλέπω τα δικά μου κιλά που όλο και αυξάνονταν. Ανορεξία το παιδί, βουλιμία εγώ. Και θα μου πεις, πώς να μην έχει ανορεξία, πώς να μην κλείσει το στομάχι; Άμα δεν διαθέσεις χρόνο να στρωθείς να μαγειρέψεις, να βογκήξει η κατσαρόλα, με τι να γεμίσει το στομάχι;
Ναι, θα μου πεις, ποιος φοιτητής επιδίδεται στην μαγειρική; Κανένας. Άντε να μαγειρέψουν και μια φορά τη βδομάδα. Και μήπως θα το φάνε όλο το φαγητό; Στα σκουπίδια θα καταλήξει. Η ζωή των φοιτητών είναι έξω. Δεν κλείνονται στην κουζίνα. Αν διαμαρτυρηθεί το στομάχι, να ένα σουβλάκι, να μια τυρόπιτα, σιωπά κι αυτό. Τι να κάνει; Δεν έχω δει φοιτητή παχύ, μα την αλήθεια. Βοηθάω τον άντρα μου στο περίπτερο και βλέπω τα φοιτητάκια που ψωνίζουν μόνο τσιγάρα, καπνό, άντε και κανένα κρουασάν, αν είναι ξημερώματα και τα έχει κόψει η πείνα.
Αχ! Νιάτα! Νιάτα! Στέλνουν λεφτά οι μανούλες, κρυφά και φανερά, αλλά αυτά τα χειρίζονται όπως θέλουν και όχι όπως θα έπρεπε. Τόσα για τσιγάρα, τόσα για ποτό, τόσα για την βόλτα, τόσα για το λούσο. Μόνο ότι περισσέψει θα πάει στο μάρκετ.