Πέμπτη, 22 Μαΐου 2008

Το φάντασμα της αξόδευτης αγάπης ΜΑΡΩ ΒΑΜΒΟΥΝΑΚΗ 2





ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΑΞΟΔΕΥΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

ΜΑΡΩ ΒΑΜΒΟΥΝΑΚΗ

ΨΥΧΟΓΙΟΣ

«Μη ζητάς συγγνώμη», του λέω μαλακά. «Με πόνεσες μέχρι θανάτου και σ’ ευχαριστώ. Για να πονέσω τόσο φρικτά, φαντάσου πόσα μου χάρισες…» Τώρα μπορώ να το λέω αυτό.
ΣΕλ.53

Άλλωστε η φλυαρία πρέπει να εξετάζεται και ως αμυντικός μηχανισμός. Εκείνος που μιλάει πολύ προσπαθεί να πείσει πως φανερώνει τις σκέψεις του, ενώ συχνά το κάνει προκειμένου να κρύψει σκέψεις.
Σελ.78

Ποιος είχε πει τη δήθεν αντιφατική φράση; «Σιωπώ για να ακούγομαι»;
Σελ.81

Ξεχνάμε, όταν δεν επαναλαμβάνουμε. Δεν εμπεδώνουμε δίχως επαναλήψεις.
Σελ.85

Όποιος ειλικρινά και ανυπόκριτα υποφέρει από μια έλλειψη, από μια στέρηση, από μια δυσκολία, κάνει τα πάντα να βρει αυτά που λείπουν, να θεραπεύσει αυτά που τον παιδεύουν. Κι όποιος, ειλικρινά και ανυπόκριτα, κάνει τα πάντα για να βελτιώσει τη μοίρα του, πάντα τα καταφέρνει. Ακόμη κι αν δεν καταφέρει να πετύχει ακριβώς αυτό για το οποίο αγωνίζεται, θα βρει άλλα σπουδαία στο δρόμο της προσπάθειας, πιθανόν σπουδαιότερα κι από εκείνο που ονειρευόταν ξεκινώντας. Δε χάνει το χρόνο του σε παράπονα, σε γκρίνια, σε κλάψες, σε κατηγορίες και σ’ εκείνη την αηδιαστική αυτολύπηση. Ψάχνει τρόπους, δουλεύει και βαδίζει προς το ζητούμενο. Η ευλογία που την αποκαλούμε και Καλή Τύχη ευνοεί τους εργατικούς και τους ειλικρινείς. Ακόμη και το θαύμα τούς ευνοεί. Γιατί, όπως είναι και ο τίτλος ενός μικρού συλλογικού βιβλίου των Εκδόσεων Άγκυρα, τίτλος της Ελενίτσας Γκίκα, Τα θαύματα θυμώνουν όταν δεν τα πιστεύεις.
Μ’ αρέσει και μου δίνει δύναμη η φράση που είδα κάπου γραμμένη, δε θυμάμαι που: Όλοι παραμερίζουν μπροστά σ’ εκείνον που ξέρει καλά που πηγαίνει.
Σελ.89


Αγαπώ όταν βάζω τις ανάγκες εκείνου που αγαπώ πάνω απ’ τις δικές μου ανάγκες.
Σελ.96

Άλλο τσακώνομαι, άλλο προδίνομαι. Έχει σημασία η διάκριση του τι από τα δύο συμβαίνει στις απογοητεύσεις μας. Και τότε δεν είναι πως φεύγουμε γιατί έτσι αποφασίσαμε, αλλά γιατί η καρδιά μας έφυγε αυτόματα απ’ όπου ένιωσε προδοτική παγωνιά. Από ενστικτώδη νόμο, όπως τα αποδημοτικά πουλιά το χειμώνα, φεύγουμε. Πρώτα φεύγει η καρδιά, μετά εμείς νιώθουμε άσχημα, δύσκολα, και, τέλος, τα πόδια μας, τα παπούτσια μας ξεκινούν –θέλουμε δε θέλουμε- φεύγουν.
Είναι πράξη αγάπης να φεύγουμε κάποιες φορές.
Σελ.96


Ας ξαναθυμηθούμε εκείνη την κρυστάλλινη βεβαιότητα του Αριστοτέλη:
«Πίσω από κάθε πόνο σου, στέκει ένα λάθος σου».
Σελ.112

Ο νομπελίστας συγγραφέας Μάρκες, πολυγραφότατος, πολυδιαβασμένος, υπερδραστήριος, συνεχώς σε δημιουργία και επιτυχίες, σε δημοσιογραφική ερώτηση «γιατί γράφετε;» απαντά: «Γράφω για να μ’ αγαπήσουν περισσότερο οι φίλοι μου».
Σελ.153

Μόνο όσοι μπορούν να αγαπούν, αισθάνονται όταν έρθει η ώρα την επιταγή του αντίο. Να πουν ένα αντίο που πονάει βέβαια φρικτά, που θέλει κότσια.
Σελ.169

Έτσι με ξύπνησε κι εμένα η Φράνσις Νόλαν προς το τέλος του δημοτικού.
……..
Το σπουδαιότερο δηλαδή: μοιάζαμε στη μοναξιά μας. Νομίζω δεν υπάρχει μεγαλύτερη συγγένεια απ’ αυτό. Από όσα σκέφτεται και κάνει κανείς στη μοναξιά του οδηγείται κι ανακαλύπτει τους φίλους του, τις αγάπες του.
Πουθενά αλλού δεν είναι τόσο παρών όσο εκεί.
Σελ.188-189

Υπάρχει μεγαλύτερη ευτυχία απ’ το να κάνεις παιδιά καλύτερά σου;
Σελ.210

«Το πρόβλημα της αριστεράς είναι ότι οι περισσότεροι που έγιναν κουμμουνιστές το διάλεξαν από μίσος για τους πλούσιους και όχι από αγάπη για τους φτωχούς», έλεγε ο Μαρκ Τουέιν.
Σελ.226

«Δεν είναι κάθε στιγμή, στιγμή απόφασης», έλεγε ξανά και ξανά σ’ εμάς τους νεότερους τότε δάσκαλος.
Σελ.227

Η απόφαση «να δω τα ψέματα που λέω στον εαυτό μου» είναι από μόνη της μια βουτιά στην κάθαρση. Για να παρατηρήσει κανείς πως λέει στην ψυχή του ψέματα, είναι επιτέλους έτοιμος να αντέξει αλήθειες.
Σελ.236

«Να βγάζετε το «πρέπει» και να βάζετε στη θέση του τη λέξη «αξίζει». Δοκιμάστε το και θα δείτε πώς ξεκαθαρίζονται εν ελευθερία αυτά που, όχι πρέπει, αλλά αξίζει να κάνετε».
Σελ.263

«Να κάνεις λίγο πιο κει γιατί μου κρύβεις τον ήλιο».
Σελ.268

Εξάλλου, πιστεύω πως οι αποστάσεις φέρνουν τους ανθρώπους εγγύτερα. Διηγείται την ιστορία του σκαντζόχοιρου: «Πρέπει να διδασκόμαστε από τους σκαντζόχοιρους πόσο να πλησιάζονται οι άνθρωποι. Ούτε τόσο μακριά ώστε να κρυώνουν, ούτε τόσο κοντά ώστε να αγκυλώνονται από τα αγκάθια τους.
Σελ.289

Μόνο με μνήμη προσωπικών εμπειριών μπορούμε να συννενοηθούμε για κάποια ζητήματα. Πώς να περιγράψω δηλαδή το άρωμα μιας γαρδένιας με λέξεις; Ζητώ να θυμηθείτε μια γαρδένια που μυρίσατε. Να αναβιώσετε εκείνη την ευωδία. Αν κάποιος δεν μύρισε γαρδένια ποτέ του, δε γίνεται να καταλάβει, δε γίνεται να επικοινωνήσουμε πάνω σ’ αυτό.
Σελ.303

Έτσι γλυκά και έτσι απλά όπως άρεσε στον Γέροντα Παίσιο να παροτρύνει διηγούμενος μια αγαπημένη του ιστορία, της μύγας και της μέλισσας:
«Πας», έλεγε, «σε μια περιοχή, σε έναν κήπο απ’ έξω, και συναντάς μια μύγα. Τη ρωτάς: «Έχει εδώ κάπου λουλούδια;» «Α, μπα…» σου απαντάει με κατεβασμένα μούτρα η μύγα. «Τι λουλούδια… Εδώ μόνο κοπριές, βρωμιές, σκουπίδια και ακαθαρσίες θα βρεις». Ρωτάς και μια μέλισσα: «Α, όχι!» απαντάει. «Εδώ έχει λουλούδια. Πάρα πολλά λουλούδια. Μαργαρίτες, γιασεμιά, ζουμπούλια, ρόδα!»
Σελ.314-315

Το ποστ Νο 1 είναι εδώ: